Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Κείμενο συμβολής του ΑΡΑΓΕ ΕΑΑΚ στο συντονιστικό ΕΑΑΚ θεσσαλόνικης της 3/4/2016

Κείμενο συμβολής ΑΡ.ΑΓ.Ε. ΕΑΑΚ

Το συντονιστικό αυτό μας βρίσκει σε ένα κομβικό σημείο τόσο για την ΕΑΑΚ όσο και για το φοιτητικό κίνημα συνολικότερα. Βασικά γνωρίσματα της κομμουνιστικής αριστεράς είναι η αυτοκριτική και ο σχεδιασμός των στρατηγικών εκείνων που είναι κατάλληλες για την περίοδο, αφού συνταγές και πεπατημένες δεν υπάρχουν. Με βάση αυτά πρέπει η ΕΑΑΚ να αναγνωρίσει τα μέτωπα εκείνα στα οποία έχει να δώσει τις μάχες που έρχονται, τον χαρακτήρα του φοιτητικού υποκειμένου σήμερα και  την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ίδια. Οι μεγάλες μάχες που έχουμε να δώσουμε στο επόμενο διάστημα θα μπαίνανε σε τρείς άξονες:

Προσφυγικό-Μεταναστευτικό: Από την αρχή του ξεσπάσματος της προσφυγικής κρίσης αναλύσαμε τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελείται ο πόλεμος ως αιτία της. Το βάθεμα της κρίσης και το χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού να ξεσπά πολέμους κατά τόπους με μεγαλύτερη συχνότητα από παλιότερα. Αυτά είναι στοιχεία που με μια πιο βαθειά ανάλυση δίνουν αντί-ιμπεριαλιστικό, αντί-καπιταλιστικό χαρακτήρα στο κίνημα. Ακόμα, ιδιαίτερο τόνο πρέπει να δίνουμε στον ρόλο της κυβέρνησης. Η συμμετοχή στις ΝΑΤΟικές επεμβάσεις, έπειτα η διαχείριση των προσφύγων που επιχείρησε και πρόσφατα η συμφωνία με την φασιστική Τουρκία, είναι κομβικά σημεία που φανερώνουν τόσο τον ρόλο της κυβέρνησης, όσο και της ΕΕ. Όμως, το κρίσιμο σημείο για το κίνημα είναι πως θα συνδεθεί το αντί-πολεμικό, πολιτικό περιεχόμενο με την αλληλέγγυα πρακτική. Η κριτική που κάνουμε εμείς για το τελευταίο διάστημα στην πόλη είναι ότι οι φοιτητικοί σύλλογοι και η επαναστατική αριστερά μέσα σε αυτούς δεν κατάφεραν να βγουν μπροστά σε αυτό τον αγώνα, παρά τις κατά συλλόγους εντάσεις κατά καιρούς. Εμείς εντοπίζουμε το πρόβλημα σε μια αδυναμία συντονισμού και την κατάρτιση ενός σχεδίου μέσα στα πανεπιστήμια. Ένα σχέδιο που θα συντονίζει από τον πιο τακτικό αγώνα αλληλεγγύης για την συλλογή τροφίμων, μέχρι την ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού, αντί-ιμπεριαλιστικού κινήματος που θα συγκρούεται σε όλα τα επίπεδα με τις πολιτικές ΕΕ-κυβέρνησης. Σε αυτή τη βάση εμείς προτείνουμε οι σύλλογοι να συμμετέχουν ενεργά στον Συντονισμό (σωματείων, φοιτητικών συλλόγων και συλλογικοτήτων) για το Προσφυγικό-Μεταναστευτικό και να συγκροτηθούν αντιπολεμικές πρωτοβουλίες για το προσφυγικό σε κάθε σχολή, είτε μέσω των συλλόγων, είτε εκτός αυτών σε κατεύθυνση ανατροφοδότησης των γενικών συνελεύσεων.



Ασφαλιστικό: Σε συνοχή με όλες τις υπόλοιπες αντιδραστικές πολιτικές των ΕΕ-ΔΝΤ-κυβέρνησης,  έρχεται η αντί-ασφαλιστική τραγωδία. Ουσιαστικά, αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι το ξεκάθαρο ταξικό πρόσημο που θα έχει το νομοσχέδιο, αλλά κυρίως οι επιπτώσεις που θα έχει στη γενιά μας. Η βαθειά αναδιάρθρωση των σχέσεων εργασίας σπρώχνει ολοένα και περισσότερο μια γενιά στην μαύρη εργασία και την επισφάλεια.   Μια γενιά με μισθούς πείνας χωρίς καμία ασφάλιση που αδυνατεί να δει κάποια προοπτική. Η συνολική αυτή επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας πρέπει να ειδωθεί ως τέτοια και όχι ως επίθεση σε κάθε κλάδο χωριστά. Διότι εάν δε συμβεί αυτό, τότε οι αγώνες που θα προκύψουν θα έχουν συντεχνιακά, κλαδικά χαρακτηριστικά και δεν θα καταφέρουν να συντονιστούν σε μια συνολική εργατική αντεπίθεση. Χρειαζόμαστε ένα εργατικό κίνημα από τα κάτω, κόντρα στον κυβερνητικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ και τη γραφειοκρατία του ΠΑΜΕ, που πέρα από την απόσυρση του ασφαλιστικού θα βάζει και πιο συνολικά αιτήματα, διεκδικήσεις που θα προσπαθούν να δημιουργούν ρήγματα στο σήμερα. Με την ίδια λογική, πλάι στο εργατικό κίνημα οφείλει να πορευθεί και ένα δυναμικό φοιτητικό ρεύμα που δε θα υπερασπίζεται το παλιό ασφαλιστικό νομοσχέδιο, αλλά θα βγαίνει μπροστά με συγκρουσιακά αιτήματα και διεκδικήσεις για μια εργασιακή προοπτική σύμφωνα με τις αντικειμενικές δυνατότητες του σήμερα. 
                                                  
Ν. Φίλη:                                                                        
Στα πλαίσια των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων που επιτελούνται στα ελληνικά πανεπιστήμια τα τελευταία 20 χρόνια, έρχεται ο νέος νόμος-πλαίσιο για την παιδεία να βαθύνει την αναδιάρθρωση του ελληνικού πανεπιστημίου στα μέτρα των σύγχρονων αναγκών του κεφαλαίου. Η κυβέρνηση προσπαθεί να «αποκτήσει» μια κάλπικη κοινωνική νομιμοποίηση, μέσω ενός δήθεν δημοκρατικού και ανοιχτού διαλόγου, ο οποίος βέβαια γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες. Παρ’ όλα αυτά, οι κατευθύνσεις είναι συγκεκριμένες και ταυτίζονται με την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και τη συνθήκη της Μπολόνια. Ο νέος νόμος μιλάει ανοιχτά για αυτοχρηματοδότηση και αναδιαμόρφωση πτυχίων. Η αυτοχρηματοδότηση είναι μια συνολική συνθήκη που μπορεί να εκφράζεται διαφορετικά ανά σχολή. Αυτό σημαίνει ότι ενώ κυρίαρχο ρόλο στην αυτοχρηματοδότηση παίζουν τα ανταποδοτικά προγράμματα έρευνας (έρευνα σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς), παράλληλα δεν αποκλείονται τα δίδακτρα και στους προπτυχιακούς κύκλους, αλλά και η συνολική επιχειρηματικοποίηση της παιδείας, της φοιτητικής μέριμνας και κάθε πτυχής του πανεπιστημίου. Από την άλλη, η αναδιαμόρφωση των πτυχίων αφορά τα επαγγελματικά δικαιώματα που εμπεριέχονται σε αυτά. Μέσω του κατακερματισμού των αντικειμένων, ο εργαζόμενος πλέον αποκτά καινούργια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, χάνει τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης, καθώς πλέον μαζεύει το δικό του φάκελο ατομικών προσόντων και γίνεται πιο ευέλικτος λόγω του μικρού γνωστικού του πεδίου.
Με βάση τα παραπάνω αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά και την αντιδραστικότητα των επιθέσεων του κεφαλαίου, εμείς πρέπει να μπούμε στη διαδικασία εκ νέου συζήτησης για το φοιτητικό κίνημα που απαιτείται για την απόκρουση των επιθέσεων του κεφαλαίου στη δοσμένη ιστορική φάση του καπιταλισμού.

Για την διακήρυξη της ΕΑΑΚ

Στο πρώτο πανελλαδικό διήμερο της σεζόν άνοιξε με δυναμικούς όρους το ζήτημα της  διακήρυξης της ΕΑΑΚ. Αυτή είναι μια κουβέντα που δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά αποτέλεσε κομμάτι συζήτησης και προβληματισμού των σχημάτων αρκετό καιρό τώρα. Εν όψει τόσο του δεύτερου πανελλαδικού διημέρου, όσο φυσικά και του έντονου εσωτερικού διαλόγου που θέλουμε να υπάρχει στο εσωτερικό του μορφώματος θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε βασικά χαρακτηριστικά μιας ανώτερης ποιοτικής πολιτικής ενοποίησης των σχημάτων και της ΕΑΑΚ συνολικά. Μιας πολιτικής ενοποίησης που είναι αναγκαία στο σήμερα για να μπορέσει η ΕΑΑΚ να αντιμετωπίσει τον ίδιο της τον εαυτό και να περάσει σε ένα ανώτερο στάδιο ωρίμανσης της προγραμματικής αλλά και πρακτικής της ύπαρξης. Αυτό το κείμενο είναι στην ουσία ένα κείμενο ειλικρινούς και συντροφικού διαλόγου από την πλευρά μας. Στόχος μας είναι η κουβέντα να ανοίξει ακόμη πιο συνολικά μέσω των σχημάτων. Στην κατεύθυνση αυτή ως ΑΡ.ΑΓ.Ε. ΕΑΑΚ, ανοίγουμε το «βήμα διαλόγου» στο blog μας όπου παροτρύνουμε κάθε σχήμα που αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της διαδικασίας να στείλει το κείμενο του και να μετράμε βήματα προς το στόχο μιας ΕΑΑΚ πραγματικά ανασυγκροτημένης, ανεξάρτητης, ενιαίας που κινείται σε αριστερή ή ουσιαστικότερα αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Φυσικά, η μεγαλύτερη ουσία κρύβεται στα ίδια μας τα αμφιθέατρα, στα συντονιστικά της ΕΑΑΚ και τελικά στο ίδιο το κίνημα και στην επαφή της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας με το υποκείμενο που παλεύουμε να συγκροτήσουμε.

Ποια είναι η κατεύθυνση που ως ΑΡ.ΑΓ.Ε. ΕΑΑΚ θέλουμε για τη διακήρυξη;


Ως σχήμα εκτιμάμε ότι η  διακήρυξη δεν είναι σκοπός, αλλά μέσο. Μέσο για την ανασυγκρότηση της ΕΑΑΚ, μέσο για την ποιοτική αναβάθμιση της και την υπέρβαση χρόνιων αγκυλώσεων που κρατάν πίσω το πιο δυναμικό μόρφωμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στο πανεπιστήμιο. Δεν πρόκειται για κάποια οργανωτική επιβολή ούτε φυσικά για μια πλατφόρμα τεχνητής ενοποίησης. Αντίθετα, μέσα από τη συλλογική πείρα του μορφώματος και των αγωνιστών του πρέπει να βγαίνουν τα κατάλληλα συμπεράσματα από αγώνες, από νίκες και ήττες του κινήματος. Η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» αποτελεί για μας βασικό όρο συγκρότησης ενός επαναστατικού μορφώματος στο σήμερα και για αυτό νομίζουμε ότι η κουβέντα για την διακήρυξη έρχεται λίγο καθυστερημένα. Ωστόσο, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Η  διακήρυξη έρχεται να παίξει το ρόλο του μέσου για την επίτευξη της δημοκρατίας στο εσωτερικό της ΕΑΑΚ. Το μόρφωμα χρόνια τώρα ταλανίζεται από αποφάσεις σχημάτων που στο βωμό μιας δήθεν αυτοτέλειας εκφράζονται, αναλύουν και δρουν οπορτουνιστικά, πλήρως ξεκομμένα από την πραγματική συζήτηση στην ΕΑΑΚ και στο κίνημα, δε λογοδοτούν, δε δεσμεύονται, δε κρίνονται και δεν αυτοκριτικάρονται. Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης, εμείς τασσόμαστε υπέρ μιας ΕΑΑΚ που θα λειτουργεί με βάση την εργατική δημοκρατία. Αυτό φυσικά είναι μια διαδικασία κατάκτησης ανώτερης ενοποίησης των σχημάτων και δεν κάνουμε κάποια φυγή στη στρατηγική. Ωστόσο, η  διακήρυξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν κάτι που σφραγίζει την συζήτηση εντός της ΕΑΑΚ. Αντίθετα, είναι αυτή που επιδιώκουμε να ανοίξει τη συζήτηση. Να θέσει τα βασικά στοιχεία πάνω στα οποία η ΕΑΑΚ θα συζητά, θα αναλύει, θα σχεδιάζει και τελικά θα αποτιμά. Εξ’ άλλου ένα βασικό ελάττωμα του μορφώματος αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν έχει βγάλει συμπεράσματα από κρίσιμες μάχες και εκτιμήσεις του προηγούμενου διαστήματος. Πώς να γινόταν αυτό άλλωστε από τη στιγμή που δεν επιχειρούνταν ενιαία τοποθέτηση των σχημάτων πάνω σε βασικά ζητήματα; Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα είναι η εκτίμηση μερίδας σχημάτων για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η αντίληψη τους για το ρόλο της κυβέρνησης κ.ο.κ.. Έτσι λοιπόν η διακήρυξη έρχεται να θέσει βασικά κριτήρια, μεθοδολογία και στοιχεία ενοποίησης πάνω σε κεντρικά ζητήματα που απασχολούν το μόρφωμα όπως: η στάση μας απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και γενικά στον κυβερνητισμό, την ΕΕ, η τοποθέτηση σχετικά με το εργατικό κίνημα και την ΓΣΕΕ, η τοποθέτηση για το χαρακτήρα της νεολαίας της κρίσης και εξειδικευμένα της σπουδάζουσας μέσα στο πανεπιστήμιο, ο χαρακτήρας του πανεπιστημίου και η συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος σε μορφή, δομή και περιεχόμενο. Αυτό είναι προφανές ότι δεν υποκαθιστά τη δουλειά των σχημάτων στις σχολές ή την αυτοτέλεια τους. Αντίθετα, θέτει τους όρους που η αυτοτέλεια είναι χρήσιμη και όχι διαλυτική.
Σε αυτή τη βάση, βασικά στοιχεία ενοποίησης για το αμφιθέατρο της ΕΑΑΚ είναι η στάση σχετικά με:

1)      Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η διαχείριση εντός ΕΕ
Τόσο προεκλογικά, όσο μετεκλογικά (μετά τις 25 Ιανουαρίου), όπως και μέχρι σήμερα η βασική ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί συμπύκνωση συσχετισμών. Δηλαδή, πως η ΕΕ αποτελεί πεδίο ταξικής πάλης και μέσω αριστερών και προοδευτικών κυβερνήσεων θα πετάξει το αντιδραστικό προσωπείο της και θα αποτελέσει το σπίτι των λαών. Ωστόσο, αυτό θα ήταν κοντόφθαλμο αν δεν βλέπαμε πως η ΕΕ ακόμα και από την ιδρυτική διακήρυξή της αποτελεί ένα τραστ μεταξύ χωρών (Γερμανία – Γαλλία – Βέλγιο – Ολλανδία - Λουξεμβούργο) ώστε να προστατευτεί το εμπόριο αυτών των χωρών, με στόχο την οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή την αύξηση των κερδών του κεφαλαίου. Συνεπώς, τα ιδεολογήματα περί «Ευρώπης των λαών» καταρρέουν από μόνα τους. Για εμάς, ακόμα και με προοδευτικές κυβερνήσεις σε χώρες – μέλη της ΕΕ, δεν θα αλλάξει το δομικό συστατικό της, που δεν είναι άλλο από την καταπίεση των εργατικών τάξεων χωρών – μελών και την αύξηση των κερδών και τη θωράκιση του κεφαλαίου των αντίστοιχων χωρών ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή τις εκάστοτε εργατικές τάξεις. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να υποτιμάμε το γεγονός ότι στο δεδομένο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης και με την πιο βαθιά δομική κρίση του καπιταλισμού σε εξέλιξη (εδώ και πολύ καιρό) οποιοδήποτε άλλο μείγμα διαχείρισης του συστήματος είναι ανέφικτο. Η σκληρή ολοκλήρωση της ΕΕ έχει ανάγκη τη νεοφιλελεύθερη πολιτική η οποία είναι μονόδρομος. Με αυτή τη λογική εκτιμάμε ότι το επόμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ θα φτάσει σε ένα επόμενο στάδιο της ωρίμανσης του ως πολιτικό μόρφωμα που με λίγα λόγια σημαίνει την πλήρη αντιδραστικοποίηση του, την οργανική σχέση του με την αστική τάξη, το ρόλο του κυρίαρχου εκφραστή της και τα σοσιαλσοβινιστικά χαρακτηριστικά στην πολιτική του όπως η απόκρυψη του πραγματικού ρόλου του φασισμού και η ανοιχτή επικοινωνία μαζί του, η σκληρή μεταναστατευτική πολιτική (βλ. φράχτης στον έβρο, δηλώσεις περί «καθαρισμού της ειδομένης που δε θα ναι βόλτα στο δάσος… κλπ), η επιδίωξη της ταξικής ειρήνης μέσα σε ένα πλαίσιο «εθνικής συμφιλίωσης». Την ίδια στιγμή είναι φανερό ότι κεϋνσιανές προτάσεις ή άλλα δήθεν αριστερά μείγματα που παραγνωρίζουν το ρόλο και το χαρακτήρα  της ΕΕ, όχι απλά είναι ανεδαφικές αλλά ενσωματώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο. Αυτό απαιτεί και την αυτοκριτική όσων επιμένουν άνευ όρων (και μάλλον άνευ αιτίας) στο μοντέλο αριστερή διαχείριση, αριστερή κυβέρνηση, διαπραγμάτευση του χρέους, διαπραγμάτευση στην ΕΕ, αλλά έξω από το ευρώ! Δε μιλάμε για λάθος αντιμετώπιση του ζητήματος της ευρωζώνης από το ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για ολοκληρωτική κατεδάφιση του ευρωκομμουνιστικού ρεφορμιστικού ιδεολογήματος. Όποιος δε βλέπει το στρατηγικό αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ και απλά θεωρεί ότι η ηγεσία τα πούλησε όλα, για μας είναι μακριά από την πραγματικότητα. Για αυτό και κρίνεται ανεπαρκέστατη η στάση της ΛΑΕ και η τοποθέτηση της «εμείς είμαστε ο πραγματικά αριστερός ΣΥΡΙΖΑ». Την ίδια στιγμή ΛΑΕ και ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζουν την κοινή τους δράση στο συνδικαλιστικό πεδίο, έχοντας ως όχημα τον εργοδοτικό και υποταγμένο συνδικαλισμό, προσπαθώντας να εδραιώσουν την κατάσταση κινηματικής νηνεμίας και ταξικής ειρήνης.

2)      ΕΑΑΚ και εργατικό κίνημα
Η σημερινή συγκυρία όπως θα δούμε και παρακάτω επιβάλλει στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς μια συγκεκριμένη αναγκαιότητα: να πάρει ξεκάθαρη θέση σχετικά με το εργατικό κίνημα. Αυτό δε μπορούμε να το ξεπερνάμε ελαφρά τη καρδία. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που πολλά σχήματα αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα για ένα δυναμικό φοιτητικό κίνημα εργατικής στροφής. Η ΕΑΑΚ οφείλει να αναλύει και να προχωρά σε ενιαία τοποθέτηση για το εργατικό κίνημα και όχι σε σπασμωδικές κινήσεις που ήθελαν το φοιτητικό κίνημα «ουρά» της γραφειοκρατίας ή ακόμη χειρότερα υλοποιητές ενός ανύπαρκτου σχεδίου (βλ. καλέσματα στην Αγ. Σοφίας ή κάπου στη ρωμαϊκή αγορά). Αναλυτικότερα, σήμερα ξεπροβάλλει η ανάγκη ανεξάρτητης ταξικής συγκρότησης των Σωματείων που θα ενοποιούν τα πληττόμενα κομμάτια της τάξης. Η λογική αυτή πάει κόντρα σε όσους επιδιώκουν σχέδια αλλαγής της ΓΣΕΕ, όχι μόνο γιατί σήμερα είναι ξεπουλημένη ή δεν υπάρχουν οι συσχετισμοί, αλλά γιατί η δομή της είναι μια σκληρή γραφειοκρατική δομή που δεν επιδέχεται αλλαγές. Αυτή τη στιγμή η ΓΣΕΕ είναι αναπόσπαστο κομμάτι των αστικών και κυβερνητικών επιλογών. Είναι αυτή που επιλέγει την εκτόνωση της λαϊκής οργής με τις απεργίες τουφεκιές, του «ΝΑΙ» κλπ. Κυρίαρχα όμως, αυτό που αδυνατεί να δει οποιαδήποτε ανάλυση είτε είναι υπέρ της ΓΣΣΕ είτε κριτικά υπέρ της (βλ. «ΓΣΕΕ εργατών, όχι των εργοδοτών» ) είναι ότι δεν μπορεί να γίνει των εργατών. Στη ΓΣΕΕ αφεντικά και εργάτες παλεύουν μαζί. Μπορεί να «καλύψει» σήμερα το τραγικό 23% της εργαζόμενης πλειοψηφίας και της εργατικής τάξης. Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, όσοι δουλεύουν μαύρα, με μπλοκάκι ή ακόμα και οι μετανάστες αποτελούν υποκείμενα που ΔΕΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ τη ΓΣΕΕ και τη δομή της. Έτσι σήμερα το ζήτημα της ανεξάρτητης πορείας και συγκρότησης δεν είναι χωροταξικό. Είναι το πραγματικό πλάνο συγκρότησης ενός ταξικού κινήματος που θα ‘ναι σε θέση να συγκρουστεί με τις πολιτικές κυβερνήσεων, ΕΕ, κεφαλαίου, αλλά και με τον εργοδοτικό συνδικαλισμό. Για ένα κίνημα που θα ωθήσει την εργατική τάξη να κάνει κτήμα τους αγώνες και τις αγωνιστικές δημοκρατικές διαδικασίες.

3)      Πανεπιστήμιο και νεολαία της κρίσης μέσα σε αυτό

Σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο η επιχειρηματικοποίηση μπαίνει στο τελικό της στάδιο. Έπειτα από τη φάση διάλυσης και ξεπουλήματος που είδαμε τα τελευταία χρόνια, πλέον έχει χαραχτεί ο δρόμος ώστε το κεφάλαιο να κάνει το πανεπιστήμιο ακόμη ένα πεδίο κερδοφορίας του. Αυτό αποτυπώνεται με διάφορες εκφάνσεις αλλά και αντιφάσεις. Σαφώς διαφορετικά εκφράζεται η στρατηγική του κεφαλαίου στις σχολές που η έρευνα είναι άμεσα κερδοφόρα για αυτό ( πχ πολυτεχνική σχολή, σχολή υγείας, θετικών επιστημών κλπ.) και με διαφορετικό τρόπο σε σχολές όπως η φιλοσοφική όπου η έρευνα υποτιμάται, οι σχολές υποβαθμίζονται και ακόμη και τμήματα κλείνουν.
Την ίδια στιγμή, οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών έρχονται να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στον κατανεμητικό ρόλο του πανεπιστημίου και να συμβάλλουν στην ένταση των ταξικών φραγμών στην Παιδεία. Τα ects, τα σεμινάρια, οι δύο κύκλοι σπουδών, η επιβολή διδάκτρων και γενικότερα όλη η κατεύθυνση για τη διάσπαση των πτυχίων έχουν ως στόχο τον κατακερματισμό στην εργασία,  την προλεταριοποίηση στρωμάτων (όπως πχ οι μηχανικοί) και τελικά τη δημιουργία ενός νέου χάρτη στο εργασιακό τοπίο: οι λίγοι και εκλεκτοί που μπορούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές πληρώνοντας τα δίδακτρα στο master, τα σεμινάρια κλπ. θα είναι αυτοί που θα έχουν τις διευθυντικές θέσεις στη παραγωγή και από κάτω ένα ολόκληρο στρώμα «σύγχρονων προλετάριων» με διαφορετικό πακέτο γνώσεων, διαφορετικό άθροισμα ects, καμία συλλογική σύμβαση όμως με ίδια ταξική θέση και συμφέρον. Χέρι χέρι με την παραπάνω κατάσταση πάει και ο ιδεολογικός ρόλος του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Άλλωστε δε θα μπορούσε να απουσιάζει αυτό το στοιχείο από ένα πανεπιστήμιο «στρατευμένο» στις ανάγκες του κεφαλαίου. Η σκληρή εντατικοποίηση και πειθάρχηση των φοιτητών, η αυταρχικοποίηση του πανεπιστημίου, η επίθεση στο άσυλο η εποπτεία της λειτουργίας του από τα Συμβούλια Ιδρύματος (από manager και μεγαλοκαθηγητές πανεπιστημίων και επιχειρήσεων) είναι όλα στοιχεία αναγκαία για το κεφάλαιο και τη στρατηγική του στην εκπαίδευση. Όλα αυτά είναι στοιχεία που ουδέποτε αμφισβήτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και η πολιτική του. Ο νόμος Μπαλτά που είδαμε το προηγούμενο διάστημα ήταν απλά «μικρομαστορέματα» πάνω στην κεντρική κατεύθυνση διάλυσης- επιχειρηματικοποίησης του πανεπιστημίου και υποτίμησης πτυχίων και σπουδών. Το γεγονός ότι κομμάτι του αμφιθεάτρου θεωρούσε το νόμο Μπαλτά ως «προχώρημα» για το φοιτητικό κίνημα, αποτυπώνει και τις βαθύτατες προβληματικές της ΕΑΑΚ στο να αναγνώσει την πραγματικότητα και να συγκρουστεί μαζί της. Πλέον βρισκόμαστε στο σημείο που έρχεται ο νέος νόμος του ΣΥΡΙΖΑ για την παιδεία με τον «εθνικό διάλογο» να έχει ανοίξει. Για μας είναι απαραίτητο να ξεκαθαριστεί: δεν αποδεχόμαστε ούτε «εθνικό» ούτε «διάλογο» με το πλάνο κυβέρνησης-ΕΕ- κεφαλαίου για το πανεπιστήμιο της αγοράς και των ταξικών φραγμών που χτίζουν. Είναι ζήτημα φυσιογνωμίας για την ΕΑΑΚ να πάρει ξεκάθαρη θέση ενάντια στο νέο νόμο. Όχι απλά αυτός ο νόμος δεν πρέπει να περάσει, αλλά ο διάλογος τους θα είναι για εμάς κόκκινο πανί. Οι επιτροπές διαλόγου θα σπάνε από την ΕΑΑΚ και τους φοιτητικούς συλλόγους, το φοιτητικό κίνημα θα επιστρέψει στα αμφιθέατρα ενάντια στο νέο αντι-εκπαιδευτικό νόμο με νέα, πιο προωθημένα και πιο πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο μόνος «διάλογος» που θα ανοίξει θα είναι αυτός που θα ανοίξει η ΕΑΑΚ για το πώς η σπουδάζουσα νεολαία στο πλάι του εργατικού κινήματος θα επιβάλλει τις ανάγκες της κόντρα στο ρεαλισμό τους.

4)      Φοιτητικό κίνημα: μορφές πάλης, ανασυγκρότηση συλλόγων, περιεχόμενο

Η παραπάνω κατάσταση διαμορφώνει και τη νέα φυσιογνωμία και ταυτότητα του υποκειμένου μέσα στις σχολές και η ΕΑΑΚ καλείται να έρθει αντιμέτωπη με τη σύνθετη ανάγνωση αυτών των χαρακτηριστικών.  Από τη μία, είναι πλέον γνωστή η επίθεση που δέχεται το υποκείμενο από το κεφάλαιο, καθώς και οι μειωμένες προοπτικές για μια φυσιολογική ζωή. Από την άλλη όμως, παρατηρούμε μια κατάσταση στην οποία ο φοιτητής εντατικοποιεί ο ίδιος τον εαυτό του στην αναζήτηση μιας εργασιακής διεξόδου, προσανατολίζεται στον ατομικό δρόμο και τελικά αποξενώνεται από τις συλλογικές διαδικασίες. Άρα, το φοιτητικό κίνημα πρέπει να προσφέρει μια άλλη εναλλακτική, μακριά από τη σαπίλα που δείχνει να έχει αποδεχτεί το πληττόμενο κομμάτι των φοιτητών, μια λογική συλλογικών αγώνων, μια προοπτική νίκης!
Με τα παραπάνω δεδομένα η δράση της ΕΑΑΚ πρέπει εκτός από την αναγκαία ύπαρξη των συλλογικών διαδικασιών, να μπαίνει και στο κομμάτι της συνολικής επανοικειοποίησης του κοινωνικού του χώρου. Αυτό σημαίνει την ανάπτυξη κοινωνικών δράσεων εντός του συλλόγου, που θα ζωντανεύουν το σύλλογο και το ίδιο το πανεπιστήμιο. Παράλληλα, η ίδια η δομή του φοιτητικού κινήματος πρέπει να δίνει την ευκαιρία σε κάθε φοιτητή-τρια να μη συμμετέχει μόνο στις δράσεις, αλλά να επιδρά και στην απόφαση, το σχεδιασμό, την αποτίμηση τους. Κατά συνέπεια, περνάει πρωταρχικά μέσα από τις γενικές μας συνελεύσεις και τις συντονιστικές επιτροπές των συλλόγων, ενώ γενικεύεται μέσω του συντονιστικού γενικών συνελεύσεων, όπου οι συντονιστικές επιτροπές συνδιαμορφώνουν τον σχεδιασμό που έχουν βγάλει σε μία ενιαία γραμμή του φοιτητικού κινήματος της πόλης και κατ’επέκταση σε πανελλαδικό επίπεδο. Ταυτόχρονα η ύπαρξη των συντονιστικών μπορεί να πυροδοτήσει εξελίξεις και σε πιο «καθυστερημένους» κινηματικά συλλόγους. Η ουσία λοιπόν βρίσκεται στο πώς τα σχήματα θα καταφέρνουν να δίνουν λόγο και εξουσία στο υποκείμενο, πώς οι σύλλογοι θα είναι ασπίδες για την πληττόμενη πλειοψηφία, πώς η πολιτικοποίηση των συλλόγων θα δένεται με την καθημερινή πάλη για το απλό. Κέντρο αυτής της διαδικασίας είναι οι γενικές συνελεύσεις, αλλά μια συνολική επεξεργασία ανασυγκρότησης είναι πάντα αναγκαία. Σε αυτή τη βάση, πρωτοβουλίες και επιτροπές που αναβαθμίζουν την κουβέντα και την δράση είναι πάντα αναγκαίες. Εδώ ξεκαθαρίζουμε: τα σχήματα είναι μέσα, όχι αυτοσκοπός. Όμως τα σχήματα είναι και όρος ύπαρξης του φοιτητικού κινήματος. Για αυτό η αναγκαιότητα δυνατής, μαζικής, αντικαπιταλιστικής ΕΑΑΚ πάει χέρι-χέρι με οποιαδήποτε διεργασία μέσα στο κίνημα και τους συλλόγους.

Για την ΕΑΑΚ που χρειάζεται το φοιτητικό κίνημα.
Με βάση τα παραπάνω είναι κατανοητό ότι η διακήρυξη θα είναι ένα βήμα για μια ΕΑΑΚ αντάξια των αναγκών της εποχής. Μια ΕΑΑΚ ενοποιημένη στις βασικές της αρχές, με δεδομένη την αυτοτελή παρέμβαση των σχημάτων στους κοινωνικούς τους χώρους. Ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται εκεί. Σήμερα είναι αναγκαία μια συνολικά διαφορετική κουλτούρα των σχημάτων και των αγωνιστών του μορφώματος. Μια κουλτούρα που θα τάσσεται ενάντια στο «παλιό», το μαύρο που επιβάλλουν οι αστικές πολιτικές και οι κυβερνήσεις τους και θα φέρνει το νέο, όπως αυτό γεννιέται μέσα από τους αγώνες και τις συλλογικές κατακτήσεις. Σε αυτά τα πλαίσια ακόμη και οι διαδικασίες μας πρέπει να αναβαθμιστούν οργανωτικά και πολιτικά. Διαδικασίες που θα μπορούν να εμπνέουν τον κόσμο του αγώνα και να αναμετρούνται με τα ερωτήματα του. Κάτι από το οποίο (ειδικά στη Θεσσαλονίκη) απέχουμε πάρα πολύ. Η διαδικασία ανώτερης ενοποίησης του μορφώματος και υπέρβασης της σημερινής κατάστασης είναι πολυδιάστατη και περνά μέσα από πολλές διαφορετικές συνθήκες που είναι διαλεκτικά συνδεδεμένες.

Διεύρυνση της ΕΑΑΚ

Πάνω στην κουβέντα που ανοίγει για το θέμα των πολιτικών συνεργασιών και τελικά της διεύρυνσης της ΕΑΑΚ, εμείς θεωρούμε ότι η ΕΑΑΚ πρέπει να έχει ενιαία και ξεκάθαρη στάση και μεθοδολογία. Η συνεύρεση με κομμάτια που αποκτούν πιο ριζοσπαστική τοποθέτηση από τις καθεστωτικές δυνάμεις δεν μπορεί να γίνει με κινήσεις από τα πάνω που καταργούν το ρόλο των σχημάτων, αλλά ούτε και με συμπορεύσεις που πρωτοβουλιακά αποφασίζουν ορισμένα σχήματα, καταργώντας το ρόλο του ίδιου του μορφώματος. Γι αυτό, πριν αρχίσουμε την ανάλυση της στάσης και μεθοδολογίας που προτείνουμε, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι είναι διαλεκτικά συνδεδεμένα τα θέματα της διακήρυξης και της ενιαιοποίησης της ΕΑΑΚ με το θέμα της συμπόρευσής της με άλλες δυνάμεις. Η μέθοδος που θα εξασφαλίζει την ηγεμονία των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων είναι αυτή που θα λαμβάνει υπ’ όψιν της το πολιτικό και το κινηματικό/πρακτικό επίπεδο ως το αδιαίρετο πεδίο ζύμωσης με αυτές τις δυνάμεις. Δηλαδή, η ενιαία μεθοδολογία που προτείνουμε στην ΕΑΑΚ σε κινηματικό επίπεδο περνάει από τις διαδικασίες των ανοιχτών αγωνιστικών πλαισίων, τη συνεύρεση στο δρόμο και όλες τις κινηματικές δράσεις όπου μπορεί να διασφαλιστεί η πολιτική ηγεμονία της ΕΑΑΚ. Το βασικό ζητούμενο είναι το πώς η αντικαπιταλιστική κίνηση στα πανεπιστήμια θα φτάσει σε ένα βαθμό ενοποίησης που θα της επιτρέπει να μπορεί να παράγει πολιτική και σε μετωπικό επίπεδο με το ρεφορμισμό και τελικά να τον ενσωματώνει σε επαναστατική κατεύθυνση. Επομένως, τα κριτήρια που τίθενται δεν είναι άλλα παρά αυτά που τίθενται από τη διακήρυξη και μια συνολική τοποθέτηση γύρω από κεντρικά ζητήματα, αλλά και μέσα από την κινηματική πρακτική.

Το μόνο δεδομένο για μας είναι ότι δε μπορούμε να πάμε βήμα πίσω από τη συγκρότηση ενός πραγματικά συγκροτημένου και επαναστατικού μορφώματος. Αυτό είναι για μας η ΕΑΑΚ. Μακριά από τις δεξιές παρεκκλίσεις, αλλά και τον αριστερισμό, ο μόνος δρόμος που μπορεί να μας οδηγήσει σε επαναστατικά μονοπάτια είναι αυτός της σύγχρονης στρατηγικής επεξεργασίας ενός προγράμματος και μιας τακτικής ανάλογης των σημερινών αναγκών και αυτή τη συμβολή θέλουμε να έχει το κείμενό μας, όπως και η ΕΑΑΚ συνολικά στο κίνημα.